| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.839.814 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατάληψη |
0,03 sec. |
|
|
κατάληψη occupation احتلال okupace okkupation Inbesitznahme ocupación miehitys occupation okupacija occupazione 占領 점령 bezetting okkupasjon okupacja invasão, ocupação оккупация ockupation การยึดครอง işgal sự chiếm đóng 占领, 职业 職業
ουσ θ κατάληψη [ka'talipsi] κυρίευση occupation η κατάληψη κτιρίου l'occupation d'un bâtiment κάνω κατάληψη μένω παράνομα σε ακατοίκητο κτίριο squatter (un immeuble) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|