| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.849.458 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατάλυμα |
0,01 sec. |
|
|
κατάλυμα Dach, Obdach, Unterkunft lodging, shelter, accommodation morada
ουσ ουδ κατάλυμα [ka'talima] προσωρινό μέρος για ύπνο hébergement; logement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|