| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.497.313 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάλυμα |
0,02 sec. |
|
κατάλυμα Dach, Obdach, Unterkunft lodging, shelter, accommodation morada ουσ ουδ κατάλυμα [ka'talima] προσωρινό μέρος για ύπνο hébergement; logement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|