| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.943.463 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάπληκτος |
0,02 sec. |
|
κατάπληκτος étonné, surpris, abasourdi, émerveillé مذهول, مندهش ohromený, užaslý forbløffet erstaunt, fassungslos amazed, astonished, stunned asombrado, aturdido, estupefacto ällistynyt, hämmästynyt, tyrmistynyt iznenađen, zapanjen sbalordito, sorpreso どぎもを抜かれて, 驚いた, 驚いて 놀란, 어안이 벙벙한 verbaasd forbauset, forbløffet, lamslått wstrząśnięty, zdumiony espantado, pasmado изумленный, ошеломленный förbluffad, förvånad, paff ตกตะลึง, ที่ประหลาดใจ, น่าทึ่ง şaşırmış, şaşkın, şaşkına dönmüş bị choáng váng, kinh ngạc 吃惊的, 惊讶的, 瞠目结舌的 επίθ α / θ / ουδ κατάπληκτος, κατάπληκτη, κατάπληκτο [ka'tapliktos, ka'taplikti, ka'taplikto] έκπληκτος, εμβρόντητος étonné/-éefrappé/-ée μένω κατάπληκτος être étonnérester frappé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|