| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.399.086 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάπτωση |
0,04 sec. |
|
κατάπτωση ουσ θ κατάπτωση [ka'taptosi] 1 η επιδείνωση της φυσικής κατάστασης épuisement 2 παρακμή déclin κατάπτωση της αστικής τάξης le déclin de la bourgeoisie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|