| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.552.560 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάργηση |
0,01 sec. |
|
κατάργηση abolition, abrogation, annulation kaldırılma, yürürlükten kaldırma abolition إلغاء zrušení afskaffelse Abschaffung abolición lakkautus ukinuće abolizione 廃止 폐지 afschaffing opphevelse zniesienie abolição отмена avskaffande การล้มเลิก sự hủy bỏ 废除 ουσ θ κατάργηση [ka'tarʝisi] η απόφαση να μην ισχύει κτ abolition; suppression κατάργηση νόμου l'abolition d'une loi η κατάργηση των διαφημίσεων la suppression des pubs Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|