| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.081.417 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάρρευση |
0,06 sec. |
|
κατάρρευση collapse, debacle ουσ θ κατάρρευση [ka'tarefsi] 1 τελική πτώση effondrement; écroulement η κατάρρευση γέφυρας l'effondrement d'un pont 2 ψυχολογική κατάπτωση effondrement; écroulement η κατάρρευση ενός ανθρώπου l'effondrement d'une personne 3 η πτώση, η διάλυση effondrement; écroulement η κατάρρευση μιας θεωρίας l'écroulement d'une théorie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|