| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.401.313 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάσκοπος |
0,02 sec. |
|
κατάσκοπος spy, mole spiono espion, taupe جاسوس, حاجز الأمواج špion spion Spion espía, topo johonkin järjestöön soluttautunut vakooja, vakooja špijun, ubačen špijun spia, talpa スパイ 스파이 spion muldvarp, spion szpieg espião агент разведки, создавший себе легальное положение в другой стране, шпион mullvad, spion นักสืบ, ผู้แทรกซึม casus, köstebek gián điệp 间谍 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|