| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.490.602 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάσταση |
0,03 sec. |
|
κατάσταση state, situation, condition, statement, status état, situation, condition Zustand, Situation شَرط, وضع situace, stav betingelse, situation condición, situación kunto, tilanne situacija, stanje condizione, situazione 状態, 状況 상황, 조건 situatie, voorwaarde situasjon, tilstand sytuacja, warunek condição, situação ситуация, условие situation, villkor สถานการณ์, สภาวะ durum, koşul điều kiện, hoàn cảnh 情况, 条件 ουσ θ κατάσταση [ka'tastasi] 1 συνθήκες condition δύσκολη κατάσταση une situation difficile η οικονομική κατάσταση la situation économique 2 διάθεση envie; tendance η ψυχολογική κατάσταση psychologie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|