| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.858.737 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατάσχεση |
0,03 sec. |
|
|
κατάσχεση confiscation, foreclosure confiscation Beschlagnahme sequestro захват apreensão beslaglæggelse beslag
ουσ θ κατάσχεση [ka'tasçesi] δέσμευση περιουσίας λόγω χρεών confiscation; saisie κατάσχεση αυτοκινήτου la confiscation d'une voiture Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|