| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.859.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατάσχω |
0,01 sec. |
|
|
κατάσχω confiscate, seize, sequester κατάσχω confisquer, réquisitionner κατάσχω يُصَادِر κατάσχω zkonfiskovat κατάσχω konfiskere κατάσχω beschlagnahmen κατάσχω confiscar κατάσχω takavarikoida κατάσχω zaplijeniti κατάσχω confiscare κατάσχω 没収する κατάσχω 압수하다 κατάσχω in beslag nemen κατάσχω konfiskere κατάσχω skonfiskować κατάσχω confiscar κατάσχω конфисковать κατάσχω beslagta κατάσχω ยึดทรัพย์ κατάσχω elkoymak κατάσχω tịch thu κατάσχω 没收 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|