| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.907.451 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάψυξη |
0,01 sec. |
|
κατάψυξη فريزر mraznička fryser Gefrierfach freezer congelador pakastin congélateur zamrzivač congelatore 冷凍庫 냉동고 diepvries dypfryser zamrażalnik congelador морозильник frys ตู้แช่แข็ง dondurucu tủ đá 冷冻柜 ουσ θ κατάψυξη [ka'tapsiksi] 1 η ψύξη των προϊόντων réfrigération γρήγορη κατάψυξη une réfrigération rapide 2 ο χώρος όπου παγώνουν τα τρόφιμα congélateur βάζω το κρέας στην κατάψυξη mettre la viande au congélateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|