Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.422.094 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κατά μεγάλο μέρος

0,02 sec.
κατά μεγάλο μέρος بدرجة كبيرة
κατά μεγάλο μέρος většinou
κατά μεγάλο μέρος overvejende
κατά μεγάλο μέρος weitgehend
κατά μεγάλο μέρος largely
κατά μεγάλο μέρος en buena parte
κατά μεγάλο μέρος suurimmaksi osaksi
κατά μεγάλο μέρος principalement
κατά μεγάλο μέρος uveliko
κατά μεγάλο μέρος ampiamente
κατά μεγάλο μέρος 主として
κατά μεγάλο μέρος 대부분
κατά μεγάλο μέρος grotendeels
κατά μεγάλο μέρος overveiende
κατά μεγάλο μέρος w wielkiej mierze
κατά μεγάλο μέρος em grande parte
κατά μεγάλο μέρος в значительной степени
κατά μεγάλο μέρος till stor del
κατά μεγάλο μέρος อย่างมาก
κατά μεγάλο μέρος yaygın bir şekilde
κατά μεγάλο μέρος ở mức độ lớn
κατά μεγάλο μέρος 主要地


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.