Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.276.540 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κατά τη διάρκεια

0,03 sec.
κατά τη διάρκεια أثناء
κατά τη διάρκεια během
κατά τη διάρκεια under
κατά τη διάρκεια während
κατά τη διάρκεια during
κατά τη διάρκεια durante
κατά τη διάρκεια aikana
κατά τη διάρκεια pendant
κατά τη διάρκεια za vrijeme
κατά τη διάρκεια durante
κατά τη διάρκεια ・・・の間中ずっと
κατά τη διάρκεια ...동안
κατά τη διάρκεια tijdens
κατά τη διάρκεια i løpet av
κατά τη διάρκεια podczas
κατά τη διάρκεια durante
κατά τη διάρκεια в течение
κατά τη διάρκεια under
κατά τη διάρκεια ในระหว่าง
κατά τη διάρκεια süresince
κατά τη διάρκεια trong khi
κατά τη διάρκεια 在...期间


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.