| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.870.482 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατέχω |
0,03 sec. |
|
|
κατέχω beherrschen, besetzen, besitzen know, occupy, own, possess овладеть, владеть, обладать يمتلك, يَمْتَلِك vlastnit besidde, eje poseer omistaa posséder posjedovati possedere 所有する 소유하다 bezitten eie, være i besittelse av posiąść possuir äga, besitta เป็นเจ้าของ sahip olmak chiếm hữu, sở hữu 占有, 拥有
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|