| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.889.244 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καταδίκη |
0,01 sec. |
|
|
καταδίκη condamnation, verdict condemnation, conviction, damnation, sentence حُكم rozsudek straf Strafurteil sentencia tuomio kazna condanna 刑罰 판결 vonnis dom wyrok sentença приговор dom การพิพากษา ceza bản án 徒刑
ουσ θ καταδίκη [kata'ðici] η απόφαση πως κπ είναι ένοχος condamnation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|