| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.889.741 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καταδίωξη |
0,01 sec. |
|
|
καταδίωξη chase, pursuit ملاحقة pronásledování forfølgelse Verfolgung persecución takaa-ajo poursuite potjera inseguimento 追跡 추적 achtervolging forfølgelse pościg perseguição преследование förföljelse การติดตาม kovalamaca sự theo đuổi 追逐
ουσ θ καταδίωξη [kata'ðioksi] το άγριο κυνηγητό persécution; poursuite θύματα καταδίωξης des victimes de persécutions Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|