| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.890.421 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καταδικάζω |
0,01 sec. |
|
|
καταδικάζω condemn, sentence, convict condamner يُجَرِّم متهماً, يُدين, يُصْدِر حكما odsoudit dømme, fordømme, idømme verurteilen condenar, sentenciar tuomita, tuomita rikoksesta osuđenik, osuditi condannare 判決を下す, 有罪と決定する, 非難する 비난하다, 유죄를 입증하다, 판결을 내리다 veroordelen domfelle, dømme, idømme potępić, skazać condenar, sentenciar осудить, осуждать, приговаривать avkunna dom över, döma, fördöma ตัดสินลงโทษ, ประนาม, พิสูจน์ว่ามีความผิด hükümlü, kınamak, mahkum etmek chỉ trích, kết án 判刑, 判罪, 谴责
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|