| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.111.200 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταδιώκω |
0,02 sec. |
|
καταδιώκω chase, hound, persecute ρ μετβ καταδιώκω [kata'ðioko] 1 κυνηγάω poursuivrepersécuter καταδιώκω τον εχθρό poursuivre l'ennemi 2 κτ τυραννάει το μυαλό μου poursuivre Οι τύψεις με καταδιώκουν. Les remords me poursuivent. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|