| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.056.428 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατακόρυφος |
0,02 sec. |
|
κατακόρυφος handstand, vertical رَأسي vertikální vertikal senkrecht vertical pystysuora vertical okomit verticale 垂直の 수직의 verticaal vertikal pionowy vertical вертикальный lodrät ซึ่งเป็นแนวดิ่ง dikey thẳng đứng 垂直的 επίθ α / θ / ουδ κατακόρυφος, κατακόρυφη, κατακόρυφο [kata'korifos, kata'korifi, kata'korifo] 2 ξαφνικός και θεαματικός spectaculaire κατακόρυφη άνοδος une hausse spectaculaire ουσ θ κατακόρυφος£££ επίρρ κατακόρυφα [kata'korifa] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|