| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.305.535 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταλαβαίνω |
0,02 sec. |
|
καταλαβαίνω verstehen, erfassen understand, see, gather entender, comprender comprendre, piger capire, comprendere يَفْهَم porozumět forstå ymmärtää razumijeti 理解する 이해하다 begrijpen forstå zrozumieć entender понимать förstå เข้าใจ anlamak hiểu 理解 ρ μετβ καταλαβαίνω [katala'veno] 1 βγάζω νόημα comprendre καταλαβαίνω μια λέξη comprendre (le sens d') un mot 2 βγάζω déchiffrercomprendre 3 συνειδητοποιώ se rendre compte Χωρίς να το καταλάβω, τον πρόσβαλα. Sans m'en rendre compte, je l'ai vexé. 4 έχω κατανόηση comprendre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|