| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.644.892 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατανοητός |
0,01 sec. |
|
κατανοητός intelligible, compréhensible comprehensible, understandable مفهوم srozumitelný forståelig verständlich comprensible ymmärrettävä razumljiv comprensibile 理解できる 이해할 수 있는 begrijpelijk forståelig zrozumiały compreensível понятный förståelig เข้าใจได้ anlaşılır có thể hiểu được 可以理解的 επίθ α / θ / ουδ κατανοητός, κατανοητή, κατανοητό [katanoi'tos, katanoi'ti, katanoi'to] σαφής, εύκολος να τον καταλάβει κν compréhensibleintelligible γίνομαιείμαι κατανοητός devenir/être compréhensible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|