| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.908.149 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατανοώ |
0,02 sec. |
|
κατανοώ erfassen see, understand, appreciate ρ μετβ κατανοώ [katano'o] 1 καταλαβαίνω connaître κατανοώ ένα κείμενο£££ comprendre un texte 2 μπαίνω στη θέση του άλλου comprendre Κατανοώ τις δυσκολίες σου. Je comprends tes difficultés. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|