| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.927.782 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καταπιεστικός |
0,01 sec. |
|
|
καταπιεστικός oppressive
επίθ α / θ / ουδ καταπιεστικός, καταπιεστική, καταπιεστικό [katapiesti'kos, katapiesti'ci, katapiesti'ko] που καταπιέζει oppressif/-ive καταπιεστικά μέτρα des mesures oppressives Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|