| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.978.381 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταπολεμώ |
0,01 sec. |
|
καταπολεμώ combat, fight, counteract combattre μετβ ρ καταπολεμώ, καταπολεμάω [katapole'mo, katapole'mao] προσπαθώ να εξαφανίσω combattrelutter contre καταπολεμώ την αδικία combattre l'injustice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|