| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.935.369 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καταπολεμώ |
0,01 sec. |
|
|
καταπολεμώ combat, fight, counteract combattre
μετβ ρ καταπολεμώ, καταπολεμάω [katapole'mo, katapole'mao] προσπαθώ να εξαφανίσω combattrelutter contre καταπολεμώ την αδικία combattre l'injustice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|