| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.181.203 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταπονώ |
0,04 sec. |
|
καταπονώ يحكم الشّدّ přepínat lægge pres på belasten strain tensar rasittaa s’efforcer naprezati se sforzare 緊張させる 긴장시키다 inspannen (zich) belaste napiąć causar tensão растягивать anstränga sig ทำงานหนักเกินไป strese sokmak làm căng thẳng 扭伤 ρ μεσοπαθ καταπονούμαι [katapo'nume] κουράζομαι s'épuiser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|