| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.873.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταρρέω |
0,02 sec. |
|
καταρρέω collapse, slump, fall down يَسْقُط, ينهار zřítit (se) falde ned, kollapse einstürzen, zusammenbrechen desmoronarse, fallar kaatua, romahtaa chuter, s’effondrer pasti, srušiti cadere, crollare 倒れる, 崩れる 무너지다, 쓰러지다 instorten, omlaag vallen falle ned, kollapse upaść, załamać się cair, desmaiar свалиться, упасть kollapsa, ramla ner พังทลาย, หกล้ม çökmek, düşmek đổ sập, rụng xuống 倒下, 崩溃 ρ αμετβ καταρρέω [kata'reo] 1 γκρεμίζομαι s'effondrers'écrouler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|