Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.873.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καταρρέω

0,02 sec.
καταρρέω collapse, slump, fall down يَسْقُط, ينهار zřítit (se) falde ned, kollapse einstürzen, zusammenbrechen desmoronarse, fallar kaatua, romahtaa chuter, s’effondrer pasti, srušiti cadere, crollare 倒れる, 崩れる 무너지다, 쓰러지다 instorten, omlaag vallen falle ned, kollapse upaść, załamać się cair, desmaiar свалиться, упасть kollapsa, ramla ner พังทลาย, หกล้ม çökmek, düşmek đổ sập, rụng xuống 倒下, 崩溃
ρ αμετβ καταρρέω [kata'reo]
1 γκρεμίζομαι s'effondrers'écrouler
Το κτίριο κατέρρευσε. Le bâtiment s'est effondré.
2 παθαίνω κατάπτωση s'effondrer
Κατέρρευσα μόλις το έμαθα. Quand je l'ai appris je me suis effondré.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.