| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.948.750 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταρρακτώδης |
0,01 sec. |
|
καταρρακτώδης torrentiel torrential επίθ α/θ / ουδ καταρρακτώδης, καταρρακτώδες [katara'ktoðis, katara'ktoðes] που πέφτει σαν καταρράκτης à torrent καταρρακτώδης βροχή une pluie torrentielle επίρρ καταρρακτωδώς [katarakto'ðos] με τον τρόπο που πέφτει καταρράκτης à torrents Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|