| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.225.961 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατασκευαστής |
0,03 sec. |
|
κατασκευαστής manufacturer, maker صاحب المصنع, صانِع výrobce producent, skaber Hersteller fabricante tekijä, valmistaja fabricant proizvođač creatore, fabbricante 製造業者, 造り主 제조자, 조물주 fabrikant, maker produsent producent, twórca fabricante изготовитель skapare, tillverkare ผู้ผลิต üretici, yapıcı người chế tạo, nhà chế tạo 制造者, 生产商 ουσ α / θ κατασκευαστής, κατασκευάστρια [katasceva'stis, katasce'vastria] αυτός που έχει κατασκευάσει κτ fabricant; fabricante; constructeur; constructrice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|