| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.105.532 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατασκευή |
0,02 sec. |
|
κατασκευή construction إنشاء stavba opførelse Struktur construcción rakentaminen construction gradnja costruzione 建設 건설 constructie konstruksjon budowa construção сооружение konstruktion การก่อสร้าง yapma xây dựng 建筑 ουσ θ κατασκευή [katasce'vi] 1 η διαδικασία και ο τρόπος που έχει φτιαχτεί κτ construction; fabrication η κατασκευή δρόμου la construction d'une route η κατασκευή παιχνιδιών la fabrication de jouets 2 το αντικείμενο που έχει κατασκευαστεί construction περίεργη κατασκευή une drôle de constructionune construction bizarre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|