| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.956.412 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατασκεύασμα |
0,01 sec. |
|
|
κατασκεύασμα construct construir بناء construire konstruere לבנות konstruera
ουσ ουδ κατασκεύασμα [kata'scevazma] περίεργο αντικείμενο, δημιούργημα engin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|