| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.963.886 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταστηματάρχης |
0,03 sec. |
|
καταστηματάρχης صاحب المتجر obchodník butiksindehaver Ladenbesitzer shopkeeper, store owner tendero kauppias commerçant vlasnik trgovine negoziante 店主 상점 주인 winkelier butikkeier sklepikarz lojista владелец магазина butiksinnehavare เจ้าของร้าน bakkal người chủ cửa hàng 店主 ουσ α / θ καταστηματάρχης, καταστηματάρχισσα [katastima'tarçis, katastima'tarçisa] που του ανήκει κατάστημα propriétaire (d'un magasin)patron; patronne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|