| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.009.666 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταστρέφω |
0,02 sec. |
|
καταστρέφω destroy, annihilate, devastate, disrupt, ravage, ruin détruire, ruiner depredar, arruinar, destruir يُدَمِر, يُدمِر zkazit, zničit ødelægge, ruinere zerstören arruinar, destruir tuhota uništiti distruggere, rovinare 破壊する, 荒廃させる 파괴하다 ruïneren, verwoesten ødelegge, ruinere zniszczyć, zrujnować разрушать, уничтожать förstöra ทำให้พินาศ, ทำลาย mahvetmek, yok etmek phá hủy, tàn phá 毁灭, 破坏 ρ μεσοπαθ καταστρέφομαι [kata'strefome] διαλύομαι se détruirese ruiner καταστρέφομαι οικονομικά se ruiner (financièrement) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|