| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.963.875 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καταστροφικός |
0,01 sec. |
|
|
καταστροφικός désastreux destructive, catastrophic, disastrous كارثي katastrofální katastrofal katastrophal desastroso katastrofaalinen katastrofalan disastroso 大災害の 비참한 rampzalig katastrofal zgubny desastroso бедственный katastrofal ก่อให้เกิดความหายนะ korkunç thảm khốc 灾难性的, 破坏性 破壞性 הרסני
επίθ α / θ / ουδ καταστροφικός, καταστροφική, καταστροφικό [katastrofi'kos, katastrofi'ci, katastrofi'ko] 1 που καταστρέφει catastrophiquedésastreux/-euse καταστροφικός πόλεμος une guerre désastreuse 2 που κάνει κακό destructeur/-tricedestructif/-ive καταστραφικός χαρακτήρας un caractère destructeur καταστροφικές συνήθειες des habitudes destructives Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|