Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.874.079 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καταφύγιο

0,02 sec.
καταφύγιο shelter, refuge, sanctuary abri, port, refuge abrigo, cobijo, refugio ملتجأ, ملجأ přístřeší, útočiště ly, tilflugtssted Obdach, Zuflucht suoja, turvapaikka sklonište, utočište rifugio 避難所 대피소, 피난처 schuilgelegenheid, toevluchtsoord ly, tilflukt schronienie abrigo, refúgio убежище skydd, tillflykt ที่กำบัง, ที่หลบภัย barınak, sığınak nơi trú ẩn 庇护, 掩蔽处
ουσ ουδ καταφύγιο [kata'fiʝio]
1 μέρος όπου μπορεί κν να κρυφτεί refuge; abri
βρίσκω καταφύγιο trouver refuge
2 που μας προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας refuge
Η δουλειά είναι το καταφύγιό μου. Le travail est mon refuge.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.