| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.975.262 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καταφύγιο |
0,01 sec. |
|
|
καταφύγιο shelter, refuge, sanctuary abri, port, refuge abrigo, cobijo, refugio ملتجأ, ملجأ přístřeší, útočiště ly, tilflugtssted Obdach, Zuflucht suoja, turvapaikka sklonište, utočište rifugio 避難所 대피소, 피난처 schuilgelegenheid, toevluchtsoord ly, tilflukt schronienie abrigo, refúgio убежище skydd, tillflykt ที่กำบัง, ที่หลบภัย barınak, sığınak nơi trú ẩn 庇护, 掩蔽处 מקלט
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|