| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.219.220 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καταψύκτης |
0,01 sec. |
|
καταψύκτης freezer congélateur ουσ α καταψύκτης [kata'psiktis] συσκευή όπου καταψύχουμε τροφές congélateur; surgélateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|