| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.989.333 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατευθείαν |
0,01 sec. |
|
|
κατευθείαν directement مباشرةً přímo direkte direkt directly directamente suoraan izravno direttamente 直接に 직접 rechtstreeks direkte bezpośrednio directamente, diretamente прямо direkt โดยตรง doğrudan doğruya một cách trực tiếp 直接地
επίρρ κατευθείαν [kate'fθian] 1 ίσια directementtout droit 2 χωρίς ν' αλλάξω δρόμο directementtout droit πάω κατευθείαν σπίτι aller directement à la maison Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|