| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.398.595 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατεψυγμένος |
0,03 sec. |
|
κατεψυγμένος متجمد zmrzlý frossen tiefgefroren frozen congelado jäätynyt gelé zamrznut congelato 凍った 언 bevroren frossen zamrożony congelado замороженный djupfryst ซึ่งเป็นน้ำแข็ง donmuş đông lạnh 冻结的 επίθ α / θ / ουδ κατεψυγμένος, κατεψυγμένη, κατεψυγμένο [katepsiɣ'menos, katepsiɣ'meni, katepsiɣ'menο] που τον έχουν καταψύξει congelé/-éesurgelé/-ée κατεψυγμένο κρέας de la viande congelée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|