Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.899.991.632 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κατεύθυνση

0,01 sec.
κατεύθυνση direction direction توجيه směr retning Richtung dirección suunta smjer direzione 方向 방향 richting retning kierunek direção, direcção направление riktning ทิศทาง yön phương hướng 方向 посока 方向 כיוון
ουσ θ κατεύθυνση [ka'tefθinsi]
1 διεύθυνση, προσανατολισμός direction
παίρνω λάθος κατεύθυνση prendre la mauvaise direction
αλλάζω κατεύθυνση changer de direction
δρόμος διπλής κατεύθυνσης une rue à double sens
2 τάση orientation
νέες πολιτικές κατευθύνσεις des nouvelles orientations politiques
3 γραμμή, oδηγία directive
δίνω κατευθύνσεις donner des directives


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.