| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.865.041 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατεύθυνση |
0,02 sec. |
|
κατεύθυνση direction direction توجيه směr retning Richtung dirección suunta smjer direzione 方向 방향 richting retning kierunek direção, direcção направление riktning ทิศทาง yön phương hướng 方向 ουσ θ κατεύθυνση [ka'tefθinsi] 1 διεύθυνση, προσανατολισμός direction αλλάζω κατεύθυνση changer de direction δρόμος διπλής κατεύθυνσης une rue à double sens 2 τάση orientation νέες πολιτικές κατευθύνσεις des nouvelles orientations politiques 3 γραμμή, oδηγία directive δίνω κατευθύνσεις donner des directives Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|