Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.732.159 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κατηγορώ

0,02 sec.
κατηγορώ accuser, reprocher винить, обвинять accuse, allege, indict, blame, charge يَتّهم, يَلوم obvinit, obžalovat anklage, beskylde, give skylden anklagen, beschuldigen acusar, culpar syyttää okriviti, optužiti accusare 告訴する, 訴える, 責める 고발하다, 고소하다, 비난하다 beschuldigen, in staat van beschuldiging stellen, schuld geven aan anklage, beskylde, klandre obwinić, oskarżyć acusar, culpar anklaga, skylla på กล่าวหา, ตำหนิ, ฟ้องร้อง suçlamak buộc tội, đổ lỗi 指控, 责备
ρ μετβ κατηγορώ [katiɣo'ro]
κακολογώ, καταγγέλλω accuser
κατηγορώ κπ για αμέλεια accuser qqn de négligence
κατηγορώ κπ για φόνο accuser qqn de meurtre


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.