| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.356.226 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατοχή |
0,04 sec. |
|
κατοχή Besitz occupation, possession ουσ θ κατοχή [kato'çi] 1 ιδιοκτησία domaine έχω κτ στην κατοχή μου avoir qqch en sa possession 2 κατάκτηση occupation η γερμανική Κατοχή l'Occupation allemande Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|