| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.013.155 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατσαβίδι |
0,01 sec. |
|
|
κατσαβίδι šroubovák Schraubenzieher screwdriver destornillador tournevis giravite, cacciavite atsuktuvas отвёртка, отвертка مفك skruetrækker ruuvimeisseli odvijač ドライバー 나사돌리개 schroevendraaier skrutrekker śrubokręt chave de fenda, chave de fendas skruvmejsel ไขควง tornavida tuốc-nơ-vít 螺丝刀 מברג
ουσ ουδ κατσαβίδι [katsa'viði] εργαλείο για βίδωμα tournevis Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|