| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.161.934 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατσαβίδι |
0,02 sec. |
|
κατσαβίδι šroubovák Schraubenzieher screwdriver destornillador tournevis giravite, cacciavite atsuktuvas отвёртка, отвертка مفك skruetrækker ruuvimeisseli odvijač ドライバー 나사돌리개 schroevendraaier skrutrekker śrubokręt chave de fenda, chave de fendas skruvmejsel ไขควง tornavida tuốc-nơ-vít 螺丝刀 ουσ ουδ κατσαβίδι [katsa'viði] εργαλείο για βίδωμα tournevis Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|