| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.880.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατσαρόλα |
0,01 sec. |
|
κατσαρόλα pan, saucepan, casserole, kettle, teakettle casserole, bouilloire, cocotte غلاية, كسرولة kastrol, konvice gryderet, kedel Kessel, Schmortopf cacerola, hervidor de agua pataruoka, vedenkeitin električni kotlić za vodu, posuda za kuhanje u pećnici bollitore, casseruola キャセロール, ケトル 주전자, 캐서롤 ketel, stoofschotel gryte, kjele czajnik, naczynie żaroodporne caçarola, chaleira кастрюля, чайник gryta, tekokare กาต้มน้ำ, อาหารอบจากหม้อที่มีฝาปิด çaydanlık, türlü ấm đun nước, món thịt hầm 壶, 砂锅菜 ουσ θ κατσαρόλα [katsa'rola] σκεύος για μαγείρεμα casserole Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|