| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.477.156 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατσουφιάζω |
0,01 sec. |
|
κατσουφιάζω scowl, frown يَعْبَس zamračit (se) rynke panden die Stirn runzeln fruncir el ceño rypistää otsaansa froncer les sourcils mrštiti se disapprovare まゆをひそめる 눈살을 찌푸리다 fronsen rynke pannen zmarszczyć brwi franzir as sobrancelhas, franzir o sobrolho хмурить брови ogilla ทำหน้าบึ้ง kaşlarını çatmak nhíu mày 皱眉 ρ αμετβ κατσουφιάζω [katsu'fçazo] μουτρώνω bouder Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|