| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.032.554 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατσούφης |
0,02 sec. |
|
κατσούφης downcast, grumpy سَئ الطبع nevrlý gnaven mürrisch malhumorado pahantuulinen grognon gunđav scontroso 気むずかしい 심술이 난 chagrijnig gretten marudny emburrado, rabugento несдержанный sur อารมณ์บูดบึ้ง huysuz bực bội 脾气坏的 επίθ α / θ / ουδ κατσούφης, κατσούφα, κατσούφικο [ka'tsufis, ka'tsufa, ka'tsufiko] μουτρωμένος boudeur/-euse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|