| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.914.200 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατώτερος |
0,01 sec. |
|
κατώτερος inférieur inferior, subaltern επίθ α / θ / ουδ κατώτερος, κατώτερη, κατώτερο [ka'toteros, ka'toteri, ka'totero] 2 χαμηλότερος ιεραρχικά inférieur/-ieuresubalterne η κατώτερη τάξη la classe inférieure κατώτερος υπάλληλος un employé subalterne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|