| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.035.511 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καφενείο |
0,01 sec. |
|
|
καφενείο coffeehouse café kahvehane кафе カフェ 카페
ουσ ουδ καφενείο [kafe'nio] μέρος όπου σερβίρεται καφές, αναψυκτικά κ.λπ. café Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|