| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.498.383 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καύσιμο |
0,04 sec. |
|
καύσιμο fuel carburant, combustible paliwo وقود palivo brændstof Brennstoff combustible polttoaine gorivo carburante 燃料 연료 brandstof drivstoff combustível топливо bränsle เชื้อเพลิง yakıt nhiên liệu 燃料 ουσ ουδ καύσιμο ['kafsimo] υλικό που παράγει ενέργεια carburant; combustible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|