| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.051.630 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κελάρι |
0,01 sec. |
|
|
κελάρι Keller, Speisekammer cellar, larder, pantry قبو, موضع لحفظ الأطعمة sklep, spíž kælder, spisekammer alacena, sótano kellari, ruokakomero cave, garde-manger podrum, smočnica cantina, dispensa 地下室, 食料置場 식료품 저장실, 지하실 kelder, provisiekamer kjeller, spiskammer piwnica, spiżarnia cave, despensa, porão кладовая, погреб källare, skafferi ตู้เก็บอาหาร, ห้องใต้ดิน kiler, mahzen hầm chứa, tủ đựng thức ăn 地窖, 贮藏处
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|