| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.568.494 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κενός |
0,02 sec. |
|
κενός vacant, vapid, blank, void creux, vacant, nul, vide باطل, فارغ neplatný, prázdný blank, tom leer, ungültig en blanco, nulo mitätön, tyhjä prazan nullo, vuoto 無効の, 白紙の 빈, 텅 빈 blanco, leeg blank, ugyldig pozbawiony, pusty em branco, vazio пустой ogiltig, tom ที่เป็นโมฆะ, ว่าง boş, geçersiz để trống, không giá trị 空白的, 空的 επίθ α / θ / ουδ κενός, κενή, κενό [ce'nos, ce'ni, ce'no] 2 που δεν είναι πιασμένος vacant/-antelibre κενή θέση εργασίας un poste vacant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|